Έτος 1946

Για οδοντιάτρους - Αληθινές Ιστορίες
Έτος 1946-Οδοντιατρική στο χωριό-από πρακτικούς η συνήθως από τους κουρείς.

Μου διηγείται ο κύριος Γιάννης (καλή του ώρα όπου και αν βρίσκεται)το εξής περιστατικό.

Ένα βράδυ με πιάνει ένας πονόδοντος κάτω δεξιά-πόνος που πάω να τρελαθώ. Έκανα ό,τι μού έλεγαν(τι- ούζο -τι τσίπουρο-τι πιπέρι μαύρο -τι καπνό από τσιγάρο-τίποτα ο πόνος -πόνος.

Κατά τις τρεις(3) μετά τα μεσάνυχτα δεν άντεχα άλλο και πάω στον Μπάρμπα Μήτσο(ήταν ο πρακτικός Οδοντίατρος του χωριού)ένας αντρούκλας με τεράστια χέρια.

Μπάρμπα-Μπάρμπα-σε παρακαλώ κάνε κάτι τρελαίνομαι στον πόνο.

-Τι έχεις βρε πιδίμ;

-Πονάω μπάρμπαμ-πονάω -πονάω πολύ

-Καλά έρχουμε.

Μπαίνω στο κατώι και κατεβαίνει ο μπάρμπας μου με την γκαζόλαμπα.

   *

     Κράτα την λάμπα ,πιδίμ εδώ κοντά στο μάγουλο για να βλέπω.

   *

     -Βάζει τις χερούκλες του μέσα στο στόμα μου και μου λέει.

   *

     Αυτούνε το δόντι πονάει;

   *

     -Ναι μπάρμπα ,του λέω.

   *

     -Κάτσε στην καρέκλα καλά.

   *

     Παίρνει μια τσουκνίδα και αρχίζει να με χτυπά στο δεξί μάγουλο
     μέχρι να κοκκινίσει.

   *

     Εγώ τρελαίνομαι στον πόνο αλλά δεν μιλώ.

   *

     -Δεν πειράζει πιδίμ όλα σε λίγο θα τελειώσουν.

   *

     Παίρνει μια τανάλια και πιάνει το δόντι.

   *

     -Αυτό του σκασμένου πονάει;

   *

     Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά. Που να μπορέσω να βγάλω μιλιά.

     -Αι ρε πολύ δυνατό δόντι είναι αυτούνου. Σε λίγο τελειώνει η
     εξαγωγή κάτω από αφόρητους πόνους. Βλέπει το δόντι ο μπάρμπας μου
     και λέει-

   *

     -Ώρε αυτούνε είναι καλό δόντι,δεν είναι χαλασμένο. Για να δω και το
     άλλο μήπως είναι εκείνο

   *

     χαλασμένο.-κράτα τη λάμπα ψηλά για να βλέπω.

   *

     Τα χέρια μου τρέμανε από τον πόνο και την ταλαιπωρία ,αλλά τη να
     κάνω έπρεπε να υπακούσω.

   *

     -Όρε ανιψιέ βγάλαμε το καλό δόντι και αφήσαμε το χαλασμένο.

   *

     Και τι θα κάνουμε τώρα μπάρμπα;

   *

     Θα του βγάλουμε και του χαλασμένου. Κόπηκαν τα πόδια μου ,αλλά τι
     μπορούσα να κάνω.

   *

     Ήταν και τρεις η ώρα χαράματα. Πιάνει την τανάλια ο μπάρμπας μου
     και την εφαρμόζει επάνω στο δόντι.

   *

     -Πονάς πιδίμ ;

   *

     -Ναι-ναι

   *

     _Άιντε και σε λίγο θα τελειώσουν όλα. Κάνει τις απαραίτητες
     κινήσεις με την τανάλια και το δόντι και κάποια στιγμή μου το βγάζει.

   *

     -Ώρε ανιψιέ αυτούνε ήτανε πολύ χαλασμένο.

   *

     Παίρνει μια χούφτα καπνό και μου τον ρίχνει επάνω στα τραύματα.

   *

     Άιντε τελειώσαμε σήκω,

   *

     Σηκώνομαι από την καρέκλα και σωριάζομαι στο πάτωμα.

   *

     Όρε ανιψιέ πολύ φοβητσιάρης είσαι.......

   *

     Παίρνει ο μπάρμπας ένα μεγάλο κανάτι νερό και με περιχύνει στο
     πρόσωπο και το κεφάλι. Τότε θυμήθηκα τα έργα γουέστερν, που τους
     ρίχνανε κουβάδες νερό για να συνέλθουν.

   *

     Σηκώθηκα με κόπο πολύ και αναχώρησα για το σπίτι μου. Μέχρι να
     ξημερώσει Ο Θεός τη μέρα έφτυνα αίμα και πονούσα πολύ. Όλη αυτή η
     ιστορία κράτησε περίπου οκτώ μέρες και έχασα και ένα γερό
     δόντι. Καλά να πάθω να πρόσεχα.